Οικογένεια: Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε οικογένεια, και ευρύτερο περιβάλλλον, αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών, από τους οποίους διδάχτηκε, όχι τόσο τα γράμματα, όσο το ήθος, τη στάση ζωής και την συνέπεια σε αυτά που θεωρούσαν ως αξίες.

Η μητέρα του Ευγενία Τσάλα, γεννημένη στην Αμαλιάδα και μεγαλωμένη στην Πάτρα, έγινε ράφτρα ανδρικών (φραγκοραφτού, όπως ονομαζόταν τότε), μαθαίνοντας την τέχνη από τα 12 της χρόνια, όταν και εγκατέλειψε το σχολείο, ενώ λίγο αργόρερα στρατεύτηκε στο ΚΚΕ. Προϊσταμένη του ανδρικού βεστιαρίου του Εθνικού Θεάτρου, πριν από τον πόλεμο, συνελήφθη επί Κατοχής (Άνοιξη 1944) και στάλθηκε σε δύο στρατόπεδα συγκεντρώσεως (Ravensbrück και Buchenwald) όπου έμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου (1945).

Στο διάστηκα 19545-1948 άνοιξε δικό της ραφτάδικο για πολιτικά και θεατρικά ρούχα, γέννησε το δεύτερο γιό της (Λάμπρο, 1946) και συνόδευσε στο αεροδρόμιο τον άντρα της (Σεπτ. 1947) ο οποίος μέσω  Παρισιού, Πράγας και Βελιγραδίου, θα κατέληγε στο «Δημοκρατικό Στρατό».

Συνελήφθη εκ νέου το 1948 και στάλθηκε εξορία (Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος), μέχρι το1952. Στο Τρίκερη, άκουσε από τα μεγάφωνα του στραοπέδου ότι συνελήφθη και εκτελέστηκε ο άντρας της Γιώργης, που από το 1947 βρισκόταν στο «Δημοκρατικό Στρατό», αλλά δεν το πίστεψε, θεωρώντας ότι πρόκειται περί ηθικού εκβιασμού για να υπογράψει «Δήλωση Μετανοίας». Εγκατέλειψε την Ελλάδα επί χούντας, πήγε στη Γερμανία (Αμβούργο) όπου άνοιξε ραφτάδικο και έμεινε μέχρι το 1975.

Στη διάρκεια της επαγγελματικής της δραστηριότητας έρραψε πάμπολλα ρούχα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, συνεργαζόμενη με γνωστούς καλλιτέχνες όπως Κλ. Κλώνης, Σάββας Χαρατσίδης, Ιωάννα Παπαντωνίου, και κυρίως, Γιάννης Τσαρούχης. Επαναπροσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο (1976) επί διοικήσεως Αλέξη Μινωτή, απ’όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Στο πλαίσο των «πολεμικών αποζη-μιώσεων» της παρεδόθη (το 2033) επιταγή 3.000 ευρώ για τη «θητεία» της  γερμανικά στρατόπεδα. Πέθανε τον Αύγουστο του 2006, σε ηλικία 94 χρονών.    

Έζησε τη φοβερή ελληνική δεκαετία του 1940-1950 με τους τέσσερις πολέμους: Ελληνο-Ιταλικός, Δεύτερος Παγκόσμιος και Γερμανική Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας, η μητέρα του βίωσε για δύο χρόνια τα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως και ο πατέρας του βασανίστηκε σκληρά στη γερμανική Κομεντατούρ. Ακολούθησε η Βρεταννική επέμβαση και τέλος, ο ελληνικός εμφύλιος, κατά τον οποίο, έχασε τον πατέρα του, ενώ η μητέρα του, έζησε τέσσερα χρόνια εξόριστη σε διάφορα ελληνικά νησιά.

Στην ίδια οικογένεια, ωστόσο,, υπήρχαν συγγραφείς και ηθοποιοί, έτσι ώστε να έχει επαφή με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Αλλά και με το σαράκι της αμφιβολίας, που του εμφύτευσε ο συγγραφέας θείος του, ως προς την “απόλυτη αλήθεια” της Αριστεράς.

Προσπάθησε να σπουδάσει σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Αθήνα (Σχολή  Σταυράκου 1954-1955) και κατόπιν στη Βιέννη (Ακαδημία Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών, 1956-1957), χωρίς σοβαρά αποτελέσματα, οπότε επιστρέφοντας στην Αθήνα, το 1958, ανέβασε (μαζί με τον Δήμο Θέο) για πρώτη φορά στην Ελλάδα Ιονέσκο (“Το μάθημα”). Στη συνέχεια δούλεψε ως σκηνοθέτης στο ραδιόφωνο και στο θέατρο, ως κριτικός κινηματογραφου σε αριστερές εφημερίδες και τέλος, σκηνοθέτησε, μαζί με τον Δήμο Θέο, το πρώτο αριστερό ελληνικό ντοκυμανταίρ με θέμα τη δολοφονία ενός βουλευτή της Αριστεράς, του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. (Το ίδιο θέμα με την ταινία “Ζ” του Κώστα Γαβρά, 1968).

Από το 1965 έως το 1970, σπουδάζει επιτέλους σε σοβαρή κινηματογραφική σχολή στη Μόσχα, έχοντας την απίστευτη τύχη να βρεθεί στο εργαστήρι του Μιχαήλ Ρομμ, ο οποίος, πριν ακόμα αρχίσει τα μαθηματα, έδειξε στο Ινστιττούτο, το μεγάλου μήκους ντοκυμανταίρ του “Ο συνηθισμένος Φασισισμός”. Μία σαρκαστική απεικόνιση της γελοιότητας του Γ’ ΡάΪχ και συγχρόνως μία βαθειά πίκρα για τα εγκλήματά του. Τόσο η ταινία όσο και ο ίδιος ο δάσκαλος, επηρέασαν βαθύτατα τον Φ.Λ., σε βαθμό που να ορίσουν (ταινία και δάσκαλος) όλη την περαιτέρω σκηνοθετικη του πορεία. Στη Μόσχα και δίπλα στον Ρομμ, κατάλαβε ότι ο κινηματογράφος, είτε μέσω του μοντάζ (Άϊζενστάϊν), είτε του αντι-μοντάζ (Μπέλα Μπάλας), δεν είναι μόνο απελευθέρωση ή ανάδειξη αισθημάτων αλλά και κίνηση ιδεών. 

Από το 1970 έως το 1973, με τη βοήθεια του Κώστα Γαβρά, ερευνά και καταγράφει λεπτομερώς όλα τα υλικά που αναφέρονται στην Ελλάδα από τη γέννηση του κινηματογράφου μέχρι το 1971, σε  22 κρατικά και ιδιωτικά αρχεία παλαιών “Επικαίρων” στην Ευρώπη και στην Αμερική. Το απίστευτα πλούσιο υλικό, που πέρασε από τις μουβιόλες καρέ καρέ, υπήρξε η δεύτερη μεγάλη αποκάλυψη για τις δυνατότητες του κινηματογράφου, όχι μόνο μέσω της μυθοπλασίας αλλά και μεσω της “αδόλευτης” καταγραφής της καθημερινής ζωής. Η έρευνα έγινε με σκοπό την παραγωγή μιάς ταινίας για την Ελλάδα, τη στιγμή που από το 1967, στη χώρα του, έχει γίνει πραξικόπημα και κυβερνούσε μία στρατιωτική χούντα. Η ταινία δεν έγινε ποτέ και ο Φ.Λ.  επιστρέφει στην Ελλάδα (1973). Την ίδια χρονιά, συμμετέχει και αυτός, όπως και 35 νέοι κινηματογραφιστές, στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και μερικούς μήνες αργότερα, όταν το δικτατορικό καθεστώς καταρρέει, συμμετέχει ενεργά σε πολιτικές δραστηριότητες με την Αριστερά.

Η Ελλάδα, περνά από τη δικτατορία στην ξέφρενη “πολιτικοποίηση”, που καταλήγει στο λαϊκισμό. Το πολιτικό σύστημα, με νέο προσωπικό, εξελίσσεται σε νέο καθεστώς αυθαιρεσίας και διαφθοράς στο οποίο “εισάγεται” σταδιακά όλος σχεδόν ο πληθυσμός της χώρας. Η κατάρρευση αξιών και ελπίδων είναι θέμα χρόνου, πράγμα που συμβαίνει στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα. Το αποτέλεσμα, ως προς τον Φ.Λ. είναι να αυτοαποκλειστεί από κάθε πολιτική ή κοινωνική δραστηριότητα, παραμένοντας “ξένος” στην ίδια του τη χώρα.

Όλα αυτά τα χρόνια (1958-2012) εργάστηκε στο θέατρο, στο ραδιόφωνο, σε εφημερίδες, περιοδικά και σκηνοθέτησε πάνω από 300 ντοκυμανταίρ με τελευταίο, μία σειρά 13 ημίωρων ταινιών για την οκταετία της δικτατορίας (1967-1974), που βασίστηκε αποκλειστικά σε αρχειακό υλικό παλαιών κινηματογραφικών “Επικάιρων”. Τη μόνη ταινία μυθοπλασίας, με θέμα την επίδραση ενός εμφυλίου πολέμου, που ξέσπασε προς το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, στους κατοίκους μιάς απομακρυσμένης περιοχής, τη γύρισε το 1987. Η ταινία, με τον τίτλο “Δοξόμπους”,  απέσπασε αρκετά βραβεία, συμμετείχε σε διεθνή φεστιβάλ, αλλά η υποδοχή από την οργανωμένη ομάδα χλεύης του ελληνικού κινηματογράφου, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1987), υπήρξε καθοριστική τόσο που η ταινία αυτή, να μην ξαναπροβληθεί στην Ελλάδα και από τότε, να έχει σχεδόν ξεχαστεί.

Στις δραστηριότητες του Φ.Λ., εκτός από τις ταινίες, υπήρξε και η διδασκαλία σε τρία ελληνικά Πανεπιστήμια, αλλά και σε σεμινάρια στο Εξωτερικό, με θέμα τις “Σχέσεις Κινηματογράφου και ιστορίας”. Για το ίδιο θέμα εξέδωσε και βιβλίο με τίτλο “Ισχύς μου η αγάπη του φακού”, όπου αναλύει το περιεχόμεμνο των παλαιών Επικάιρων και των αρχειακών υλικών, σε σχέση με την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή στην Ελλάδα από το 1895 -1940.

Έχει εκδόσει ακόμα ένα σενάριο με τον τίτλο “Λευκά σοσόνια”, με θέμα μιά ερωτική ιστορία στον ελληνικό εμφύλιο (1947-1949) που επρόκειτο να γίνει ταινία, αλλά δεν έγινε…