Fotos Lamprinos

Aριστούχος του Iντσιτούτου Kινηματογραφίας της Mόσχας (1965-1970), στο εργαστήρι του Mιχαήλ Pομμ, που υπήρξε ο δάσκαλος μιάς μεγάλης σειράς από σκηνοθέτες όπως οι Tαρκόφσκυ, Kοντσαλόφσκυ, Mιχαλκώφ, Σουξίν, Σμυρνώφ, Κλίμωφ, Ζαχαρίας, Κουλίς, Ντανιέλια κ.ά.

(Εδώ μπαίνει από το scan αντίγραφο του διπλώματος της σχολής στα ρωσικά και στα αγγλικά: βλ. Scan 2 and scan 4 jpeg)

+ Scan 9, 10, 11 του διπλώματος για το A Βραβείο στην ταινία «Eπισκεφτείτε την Ελλάδα» στο Φεστιβάλ της Σχολής (1970) και τέλος,

Λίγα λόγια για τις σπουδές στη Μόσχα.

Στις εισαγωγικές εξετάσεις για το τμήμα σκηνοθεσίας κινηματογγράφου του VGIK, προσήλθαν πάνω από 500 σοβιετικοί υποψήφιοι και καμιά 20ριά ξένοι.  Επελέγησαν 23 εκ των οποίων, 6 ήσαν οι αλλοδαποί από τις χώρες Βουλγαρία, Πολωνία, Ισλανδία, Αφγανιστάν και Ελλάδα (η αφεντιά μου).

Ο Μιχαήλ Ρομμ, (Mikhail Romm) γεννημένος το 1901 στο Ιρκούτσκ, απο ρωσοεβραίους σοσιαλδημοκράτες γονείς, (ο πατέρας του βρέθηκε στο Ιρκούτσκ εξόριστος), ξεκίνησε τη σχέση του με την τέχνη ως γλύπτης, εκεί κάπου στη δεκαετία του 1920 και συνέχισε ως σεναριογράφος, φιλμοκριτικός και τέλος σκηνοθέτης του κινηματογράφου, με ταινίες όπως «Η χοντρομπαλού» (1934, από το ομώνυμο διήγημα του Μωπασάν), «Ο 13ος» (1936), «Ο Λένιν τον Οκτώβρη» και «Ο Λένιν το 1918» (1937-1939), «Το όνειρο» (1941), «Βλαδίμηρος Ιλίτς Λένιν» (ντοκυμανταίρ, 1949), και με ένα άλμα στο χρόνο, αλλάζοντας ριζικά, όπως έλεγε ο ίδιος, «γραφικό χαρακτήρα», γυρίζει το 1962 τις «9 μέρες ενός χρόνου» – ταινία που έμελλε να αλλάξει τη μοίρα του σοβιετικού κινηματογράφου.

(Εδώ μπαίνουν οι δύο φωτογραφίες του M. Romm.βλ. desk στο «Yannis 19.10.15»

Την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε στην τάξη μας ο Μιχαήλ Ρομμ, ζήτησε από τον κάθε ένα από εμάς να του αφηγηθούμε ένα σύντομο βιογραφικό μας, προσωπικό και οικογενιακό, καταλήγοντας με την ίδια ερώτηση: «ποιός είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας». Στη δική μου περίπτωση, φαίνεται να τον εντυπωσίασε ο βίος και η πολιτεία των γονέων μου, αλλά στην ερώτηση για τον συγγραφέα, έμοιαζε να έπεσε από τα σύννεφα, γιατί του είπα χωρίς δεύτερη σκέψη «Ο Πιραντέλλο»! Δεν γνώριζα τότε, ότι λόγω των σχέσεων του σικελού με το μουσολινικό καθεστώς, ήταν απαγορευνένος στην ΕΣΣΔ. Ωστόσο, κάτι μου έλεγε ότι ο Ρομμ ένοιωσε περήφανος για το «θάρρος» μου και στο διάλλειμα οι συνσπουδαστές μου, μού είπαν, με ελαφρά δόση ζήλειας, «τον κατέκτησες τον γέρο μας».

Η αλήθεια είναι ότι από εκείνη τη στιγμή και μέχρι που εγκατέλειψα τη Μόσχα, μετά το πέρας των σπουδών, αναπτύχθηκε μεταξύ μας μία ιδιαίτερη σχέση με επισκέψεις στο σπίτι του, στη ντάτσα έξω από τη Μόσχα, τη συνέντευξη που του πήρα για το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», για το σενάριο από το μονόπρακτο της Λούλας Αναγνωστάκη «Η πόλη», που δεν έγινε ποτέ ταινία, γιατί όπως ο ίδιος μου είπε: «Αν ήμουν νεώτερος ευχαρίστως θα το γύριζα ο ίδιος αυτό το φιλμ, αλλά οι γραφειο-κράτες του Ινστιτούτου θα κάνουν ό,τι μπορύν για να μην το γυρίσεις, με πρόσχημα το «φορμαλισμό». Όπως και έγινε.

Ωστόσο, εκτός από την «ανάκριση», υπήρξε και το πρώτο μάθημα. Ένα μάθημα εντελώς διαφορετικό από τα συνηθισμένα, γιατί ο Ρομμ, δεν μας μίλησε καθόλου για κινηματογράφο. Αντιθέτως, για δύο ολόκληρες ώρες, μας μιλούσε για το θέμα που τον απασχολούσε όλη εκείνη την περίοδο, το χειρίστηκε με τον τρόπο του στην τελευταία του ταινία («Ο συνηθισμένος φασισμός» – «Ordinary Fashism») , με άλλα λόγια: ο 20ός αιώνας.

Ένας αιώνας που βρίσκεται ήδη στο τελευταίο τρίτο του βίου του και μοιάζει να μην έχει διδαχθεί τίποτε από τις οδυνηρές εμπειρίες του δικού του παρελθόντος: δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, αμέτρητοι τοπικοί, σφαγές, ανακατατάξεις, δικτατορίες, επανα-στάσεις αλλά και εξέλιξη σε όλα τα επίπεδα: στον τρόπο ζωής, στα ήθη,  στο ρόλο της γυναίκας, τη θεοποίηση του χρήματος, την έκρηξη της τεχνολογίας, τον άνθρωπο στο διάστημα, την αλλοτρίωση του πολίτη των πόλεων και των μεγάλων αστικών κέντρων. Μας ανέπτυξε, με άλλα λόγια, σε τι αιώνα ζούμε και πως θα έπρεπε ίσως να μας προβληματίσει αυτή η «ιστορία», όταν και όποτε αποφασίσουμε να κάνουμε τις ταινίες μας. 

«Ο συνηθισμένος φασισμός»

Το επόμενο – μοιραίο για μένα βήμα – ήταν η προβολή στο Ινστιτούτο, του μεγάλου μήκους ντοκυμανταίρ «Ο συνηθισμένος φασισμός», που μόλις είχε ολοκληρώσει ο Μιχαήλ Ρομμ. Η ταινία αυτή, ένα κινηματογραφικό «δοκίμιο» για την εμφάνιση και εμπέδωση του φασισμού-ναζισμού, με επίκεντρο τη Γερμανία του Χίτλερ, αλλά με στοιχεία που παρέπεμπαν σε πολλά καθεστώτα (απολυταρχικά ή και δημοκρατικά), – έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα κινηματογραφική μου ζωή, αφού εκ των πραγμάτων, σήμερα, στο τέλος της δουλειάς μου, μιμήθηκα όσο πιό κόσμια μπορούσα, τα διδάγματά της, τον τρόπο κατασκευής και κυρίως το σαρκασμό και το χιούμορ της. Με δυό λόγια, μία σειρά από ταινίες ή κινηματογραφικές σειρές μου, όπως «Επισκεφτείτε την Ελλάδα», «Πανόραμα του Αιώνα», «Χούντα είναι. Θα περάσει;» και άλλες, δεν θα υπήρχαν αν δεν είχε προϋπάρξει «Ο συνηθισμένος φασισμός» του Μιχ. Ρομμ.

(εδώ μπαίνει η πρώτη χειρόγραφη σελίδα Scan 5 από τη συνέντευξη του Μ.Ρομμ στον Φ.Λ., με την υποσημείωση: «Η πρωτη χειρόγραφη σελίδα από την απάντηση του Ρομμ στις ερωτήσεις του Φ.Λαμπρινού». Και το Scan 6 της σελίδας, όπως και το εξώφυλλο από το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»),

Η συμπάθεια του Ρομμ προς το πρόσωπό μου, εκδηλώθηκε στις εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου, όπου για μία σκηνοθετική άσκηση επί σκηνής, με πρωτότυπο θέμα, έστησα μία μικρή ιστορία σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό, με δύο ζευγάρια που προς στιγμήν, δείχνουν να γλυκοκοιτάζονται σταυρωτά, μέχρι την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα της αναχώρησης κάποιου συρμού που θέτει άδοξο τέλος στο πρόσκαιρο φλερτ. Ο Ρομμ μίλησε με άκρως κολακευτικά λόγια για τη «σκηνοθεσία» του σκετς και δεν δίστασε να το παρουσιάσει ως «πρότυπο» λιτότητας, όσο και πυκνής αφήγησης. Το ίδιο έγινε και στις εξετάσεις του πρώτου έτους όπου με μία Admira 16m.m. που μας παραχώρησε το Ινστιτούτο, γύρισα μερικά στιγμιότυπα στη Λέσχη των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στο κέντρο της Μόσχας. Είχα πλέον καθιερωθεί στη συνείδηση όλων, ως ικανός σπουδαστής και ίσως ο αγαπημένος του δασκάλου μας. Ωστόσο, η άσκηση «επί σκηνής» του επόμενου έτους, μία σύντομη ιστορία από το βιβλίο του Ανδρέα Φραγκιά «Καγκελόπορτα», ήταν πλήρης αποτυχία, τόσο που ο Ρομμ να πει πως, καμιά φορά, για τον έξυπνο σκηνοθέτη, η αποτυχία είναι πιό χρήσιμη από την επιτυχία. Δεν γνωρίζω εάν αναφερόταν σε προσωπικό του βίωμα ή το έκανε για να μη με στενοχωρήσει, γεγονός είναι πάντως ότι οι «προηγούμενες δόξες», δεν επέτρεψαν την κατάρρευση τής μέχρι τότε εικόνας μου.

Στο δεύτερο έτος η μικρού μήκους ταινία ήταν μία σεναριακή παραλλαγή του μονόπρακτου της Λούλας Αναγνωστάκη «Η παρέλαση». Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι εντυπωσίασε ιδιαίτερα η ταινία μου, ωστόσο, βαθμολογήθηκε από τον Ρομμ με άριστα.

Η επόμενη χρονιά ήταν αφιερωμένη στην «πρακτική μου εξάσκηση», με τη συμμετοχή μου, από την αρχή μέχρι το τέλος στην ταινία του Μάνου Ζαχαρία «Ένας από το εκτελστικό απόσπασμα». (Βλ. Το κείμενο της «θεωρητικής αποτίμησης» της εμπειρίας μου, που κατέθεσα μετά την ολοκλήρωση της ταινίας). Ωστόσο, σχετικά με αυτή την ταινία αξίζει τον κόπο να αναφερθώ σε ένα σημαντικό περιστατικό με ήρωα πάλι τον Μιχαήλ Ρομμ; Η ταινία του Ζαχαρία που πραγματεύεται ένα ηθικό, συνειδησιακό θέμα, στην Ελλάδα της Χούντας, ολοκληρώθηκε στο τέλος του 1968, αφού είχε προηγηθεί (τον Αύγουστο) η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία. Σε μία σκηνή της ταινίας, όπου μία παρέα νεαροί κουβεντιάζουν, προκύπει το θέμα της αντίστασης στο χουντικό καθεστώς, με τον «απαισιόδοξο» να λέει ότι κάθε αντίσταση είναι μάταιη, γιατί κάποια στιγμή θα εμφανιστούν τα «παιδιά με τα τανκς» και θα τελειώσουν όλα. Αυτή ακριβώς η φράση θεωρήθηκε ως έμμεση μομφή στη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ απέναντι στην Τσεχοσλοβακία.

Στη μεγάλη αίθουσα της Mosfilm, είχε συγκεντρωθεί η αφρόκρεμα του σοβιετικού κινηματογράφου (γύρω στα 20 άτομα) μαζί με το διευθυντή των στούντιο και τους εκπροσώπους του στρατού, για να συζητήσουν το θέμα. Ήμουν πολύ τυχερός, που ως συνεργάτης του Μάνου Ζαχαρία αλλά και μαθητής του Ρομμ, ίσως ακόμα και γιατί ήμουν Έλληνας, μου επέτρεψαν να παρευρεθώ στη συζήτηση, που κράτησε πάνω από δύο ώρες. Όλοι ή σχεδόν όλοι, για να μην μπλέξουν σε περιπέτειες, συμφωνούσαν να απαγορευτεί η ταινία, τουλάχιστον προσωρινά και πιθανόν να κυκλοφορήσει αργότερα, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Ο μόνος που δεν συμφωνούσε ήταν ο Ρομμ και ίσως ο μόνος, λόγω του κύρους του, που μπορούσε να σώσει την ταινία.

Η Mosfilm, εκείνη την εποχή, ήταν χωρισμένη, ως προς την παραγωγή, σε εξι καλλιτεχνικές ενώσεις, με έναν επικεφαλής (διαπρεπή κατά κανόνα σκηνοθέτη) και “καλλιτεχνικό γραφείο”, το οποίο εξέταζε τις προτάσεις (σενάρια) και αποφάσιζε ποιός θα κάνει ταινία. Ο Ρομμ ήταν επικεφαλής της “3ης” ένωσης, στην οποία ανήκε ο Ζαχαρίας αλλά και σκηνοθέτες όπως ο Ταρκόβσκυ, Κοντσαλόβσκυ, Κλίμωφ, κ.ά.

Θυμάμαι λοιπόν τον Ρομμ στη μεγάλη αίθουσα, όταν πήρε το λόγο και βηματίζοντας πάνω κάτω, τρίβοντας ένα τσιγάρο στο χέρι του, που ποτέ δεν άναβε, να επιχειρηματολογεί υπέρ της προβολής της ταινίας, λέγοντας ουσιαστικά πως, αναφέρεται σε μία χώρα με μεγάλη ιστορία και ένδοξο παρελθόν – ιδίως στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – και ότι δεν αξίζει μία τέτοια χώρα να βρίσκεται υπό δικτατορικό καθεστώς. Παράλληλα, εξύμνησε τις κινηματογραφικές αρετές της ταινίας, θέλοντας να τονίσει ότι πρόκειται για κινηματογράφο και όχι για πολιτικό άρθρο ή προπαγανδιστική μπροσούρα, ενώ το θέμα που πραγματεύεται είναι αποκλειστικά ελληνικό. Η σύσκεψη δεν κατέληξε σε κάποια οριστική απόφαση και περέμπεψε το θέμα στο αρμόδιο τμήμα του “γκοσκινό” – δηλ. του Σοβιετικού Κέντρου Κινηματογράφου. Επί 15 μέρες, κάθε πρωΐ, όπως θυμάται ο Μάνος Ζαχαρίας, ο ίδιος και ο Ρομμ, έπιναν τον καφέ τους στο γραφείο του αρμόδιου για τη λογοκρισία. Τελικώς, αποφασίστηκε να κυκλοφορήσει η ταινία αλλά όχι σε μεγάλη διανομή, αλλά σε αίθουσες, κατά κάποιο τρόπο, δευτέρας κατηγορίας.

(Εδώ μπαίνει το scan με την  πρώτη σελίδα του κειμένου για την ταινία του Μάνου Ζαχαρία και όλο το κείμενο στα ελληνικά. Δεν έχει ακόμα σκαναριστεί.) 

Τελειώνοντας το 4ο έτος με εξετάσεις συνολικά σε 44 μαθήματα, ετοίμασα την πτυχιακή μου ταινία, που ήταν εμφανώς επηρεασμένη από τον “Συνηθισμένο Φασισμό” του δασκάλου μου: ένα μοντάζ παλαιών “Επικαίρων”, που ανακάλυψα στα κινηματογραφικά αρχεία της Μόσχας, με τίτλο “Επισκεφτείτε την Ελλάδα” (βλ. Σχετικό κείμενο και την ίδια την ταινία στο κεφάλαιο “Φιλμογραφία”.)

Στη διάρκεια των σπουδών, δέθηκα πάρα πολύ με τους συνσπουδαστές μου. Αν όχι με όλους, με τους περισσότερους. Πιό πολύ όμως απ’όλους δέθηκα με τον Μιχαήλ Ιλιένκο, εδώ και πολλά χρόνια διάσημο Ουκρανό σκηνοθέτη, Ακαδημαϊκό και επικεφαλή της έδρας σκηνοθεσίας του Κινηματογραφικου Ινστιτούτου του Κιέβου. Στη διαδρομή όλων αυτών των χρόνων, από τότε (Οκτώβριος 1965) μέχρι σήμερα (Ιούνιος 2015), ακριβώς 50 χρόνια, η φιλία μου με τον Μίσα, έμμελλε να αποδειχθεί η πιό ισχυρή φιλική σχέση, που είχα στη ζωή μου. (βλ. Κεφ. “Οι φίλοι μου”). Εκτός από τον Μίσα, οι στενοί φίλοι από το VGIK ήταν επίσης ο Ανβάρ Τουράγιεφ (από το Τατζικιστάν), ο Κόλια Κόσιελιεφ (από το Λένινγκραντ,, που δυστυχώς πέθανε νέος), η Ίνγκα Χαραλσντότιρ, από την Ισλανδία, της οποίας δεν γνωρίζω την κινηματογραφικη καριέρα στην πατρίδα της. Ξέρω, όμως ότι εξέδωσε ποιητικές συλλογές, για τις οποίες βραβεύτηκε με το ανώτερο λογοτεχνικό βραβείο της χώρας της. Λιγότερο στενοί, αλλά φίλοι, ήταν επίσης ο Βαλόντια Μενσώφ, βραβείο Όσκαρ για την ταινία “Η Μόσχα δεν πιστεύει στα δάρυα”, και τέλος, ο πλέον διάσημος απ’όλους Νικήτα Μιχαλκώφ, ικανός, έξυπνος αλλά όχι ιδιαίτερα συμπαθής  στο οικογενειακό του περιβάλλον (κυρίως ο πασών καιρών και εξουσιών πατέρας του, Σεργκέϊ Μιχαλκώφ, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μαζί υπέρτατος κριτής κάθε είδους καλλιτεχνικού έργου (λογοτεχνία, ποίηση, θέατρο), στη διάρκεια όλων των ηγεσιών (από τον Στάλιν μέχρι τον Γιέλτσιν – εκτός της περιόδου Γκορμπατσώφ), στιχουργός του εθνικού υμνου της ΕΣΔΔ, επί Στάλιν και επί Γιέλτσιν (όταν, απλώς, άλλαξε τους “επίμαχους” στίχους).

(Εδώ μπαίνει το DVD «Φώτος-Νικήτα, κουβεντούλα με έναν παλαιό συμμαθητή»)

Στο τρίτο έτος των σπουδών μου, ο φίλος Βίκτωρ Τιτώφ, σπουδαστής σκηνοθεσίας στο τέτατρο έτος και σε άλλο εργαστήρι, ετοίμαζε μία ταινία από το «παραμύθι» του, πολύ καλού συγγραφέα, Αντρέϊ Πλατόνωφ «Ο στρατιώτης και η τσαρίνα» – «Солдат и Чарица», όπου, στην αυλή της τσαρίνας υπάρχει και ένας Σανσονέ, γαλλικής προελεύσεως, τον οποίο μου πρότεινε να υποδυθώ. Έτσι και έγινε, με αποτέλεσμα, στο ετήσιο φεστιβάλ του VGIK, να αποσπάσω το πρώτο βραβείο ανδρικού ρόλου.

(Εδώ μπαίνουν το DVD «Ο στρατιώτης και η τσαρίνα» στα ρωσικά + Scan 7 + scan 8 του βραβείου Α΄ανδρικού ρόλου που απέσπασα στο ετήσιο Φεστιβάλ της Σχολής)

Τον επόμενο χρόνο, ο ίδιος σκηνοθέτης, – για την πτυχιακή πλέον εργασία – με κάλεσε να παίξω το ρόλο του «Μάγου Τσέλιο», στην ταινία «Ο έρωτας για τα τρία πορτοκάλια», σε λιμπρέτο του Κάρλο Γκότσι και μουσική Προκόφιεφ. Επρόκειτο μάλιστα για Σοβιετο-βουλγαρική συμπαραγωγή και τα γυρίσματα θα γίνονταν στα στούντιο της Σόφιας. Πριν από το ταξίδι στη Σόφια, καλοκαίρι του 1969, με είχε καλέσει, ο στενός μου φίλος Μίσα Ιλιένκο, για την ταινία του που θα γυριζότανε έξω από τη Μόσχα (στην πολή Πούσκινο, πάνω στον ποταμό Οκά, όπου υπήρχε κέντρο βιολογικών ερευνών, ως παράρτημα του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ, της Μόσχας. Εγκατασταθήκαμε στον 4ο όροφο, ενός τετραώροφου κτιρίου, γεμάτο από φοιτητές και  φοιτήτριες σε πλειονότητα, του οποίου η πίσω πλευρά έβλεπε σε ένα επίπεδο χωραφάκι. Την πρώτη μέρα, την καταναλώσαμε στο γύρισμα της ταινίας, στο διπλανό χωριό. Οπερατέρ ήταν ο επίσης στενός φίλος Μιχαήλ Αγκρανόβιτς, με τον οποίο αρκετά χρόνια αργότερα, το 1991, γύρισα τη σειρά 7 ημίωρων ταινιών με τον γενικό τίτλο «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», γύρω από την παράλληλη πορεία του ρωσικού κράτους και της ρωσικής εκκλησίας από τον 9ο αιώνα μέχρι τον Γιέλτσιν.

Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν μέσα στη μέρα. Εγώ υποδυόμουν έναν ταχυδρόμο, ο οποίος με ένα ποδήλατο μοίραζε στο χωριό τα γράμ-ματα. Το βραδάκι επιστρέψαμε στο κοινοβιο και η «μαφία» των τεχνικών, αφού χάθηκε για κάμποση ώρα, επέστρεψε με ένα σωρό μεζεδάκια και κυρίως, μερικά μπουκάλια βότκα. Φάγαμε και ήπιαμε του «καλού καιρού» και μεθυσμένοι αποφασίσαμε να κατέβουμε στο ξέφωτο και να παίξουμε ποδόσφαιρο. Μοιραία απόφαση; Στην πρώτη σύγκρουση με τον αντίπλαο αμυντικο χτύπησα άσχημα το γονατό μου. Με πήγαν σηκωτό στο κοινόβιο και κουβαλώντας με στα πατώματα, τους παρακάλεσα να με τοποθετήσουν σε ένα δωμάτιο του δευτέρου ορόφου που είχα ήδη δει ότι κατοικεί μία όμορφη κοπέλλα, την οποία γνώριζα από το Πανεπιστήμιο. Ήρθε μία άλλη κοπελλα, η οποία αφού με εξέτασε, μου τοποθέτησε μία σανίδα δεμένη με πανιά στο δεξί μου πόδι. Ο Μίσα και ο Αγκρανόβιτς, ισχυρίζοναι ότι την άλλη μέρα το πρωΐ, η σανίδα βρισκόταν όχι στο δεξί αλλά στο αριστερό μου πόδι, κάτι που δεν μπορώ να επιβεβαιώσω…Με μετέφεραν στο ιατρικό κέντρο από το οποίο έφυγα με πατερίτσες. Έτσι, φτάνοντας το βράδυ στο Πανεπιστήμιο όπου ζούσα με τη Σόνια, της είπα να παίξουμε την κλασική σκηνή από την ταινία του Τσουχράϊ «Η μπαλάντα του στρατιώτη», με τον φαντάρο που γυρίζει ανάπηρος με πατερίτσες από το μέτωπο και δεν θέλει να τον δει σε αυτή την κατάσταση η γυναίκα του. (Εδώ μπαίνει από το “Fotos Earky Years Scan 27 με τη λεζάντα: «Η άδεια εισόδου στο Πανεπιστήμιο< «ως μέλος της οικογενείας», όπως αναγρ΄λαδφει χαρακτηριστικά»)

Στη  συνέχεια, με έστειλαν από τη Mosfilm, σε μία σπουδαία ορθοπαιδικό, που έκανε τη διάγνωση (μηνίσκος), μου έδωσε όμως την άδεια να ταξιδέψω στη Βουλγαρία για τα γυρίσματα, με την προοπτική της εγχείρησης, με την επιστροφή μου.

Έτσι, αμέσως, μόλις έφτασα στη Σόφια με πήγαν στο νοσοκομείο, για συντηριτική θεραπεία, έτσι ώστε να μπορέσω να λάβω μέρος στα γυρίσματα. Εκείνες τις μέρες, στη Σόφια βρισκόταν η μεγάλη μπαλαρίνα Αλίσια Αλόνσο, η οποία θα χόρευε την «Κάρμεν». Τορεαδόρ, ήταν ένας νεαρός βούλγαρος χορευτής που σπούαδασε στην Κούβα και χορογράφος, ο εξάδελφος της Αλίσια, επίσης Αλόνσο. Ο ίδιος αυτός χορογράφος ανέλαβε και την ταινία μας, η οποία θα έτεινε να «εκμοντερνίσει» το story, αλλά και τη μορφή της διάσημης όπερας. Σ’αυτό το πλαίσιο, εγώ που έπαιζα τον καλό Μάγο,φορούσα ρούχα καουμπόϋ και πλατύγυρο καπέλλο (βλ. “Scanning” Scan 2)

Η ταινία γυρίστηκε κι εμείς επιστρέψαμε στη Μόσχα, χωρίς βεβαίως, να λογαριάζουμε τον «ξενοδόχο»! Και «ξενοδόχος» στην προκειμένη περίπτωση ήταν η Mosfilm. Το φιλμ θεωρήθηκε φορμαλιστικό και ο σκηνοθέτης υποχρεώθηκε να το ξαναγυρίσει (εξ ολοκλήρου, πλέον στη Μόσχα) με παραδοσιακά σκηνικά και κοστούμια, όπου ξανάπαιξα τον μάγο Τσέλιο με μία εμφάνιση που άγγιζε τα όρια του γελοίου.

Η καριέρα μου, ως ηθοποιού, έκλεισε με το ρόλο ενός τσαρικού αξιωματικού σε μια της ταινία της Σόλντσεβα (χήρας του Ντοβζένκο), της οποίας δεν θυμάμαι τον τίτλο. Ωστόσο, η αμοιβή μου για κάθε γύρισμα ήταν ήδη υψηλή, τόσο, όταν τελείωσα με το πτυχίο στο χέρι, οι συνσπουδαστές μου για να με πειράξουν με προέτρεπαν να μην φύγω και να μην αφήσω μία «λαμπρή καριέρα» ηθοποιού, που μόλις είχε ξεκινήσει…  

Το τελευταίο «περιστατικό» από το VGIK συνέβη, αμέσως μόλις πήρα στα χέρια μου το πτυχίο. Με κάλεσε στο γραφείο του, ο υπεύθυνος του Ινστιτούτου για τους ξένους φοιτητές, καθηγητής στη διεύθυνση φωτογραφίας, που τον ήξερα καλά, και μου πρότεινε, εκ μέορυς όχι μόνο της σχολής, αλλά και του Υπουργείου Ανωτάτης Παιδείας, εάν το επιθυμώ να παραμείνω στην ΕΣΣΔ, λόγω του δικτατορικού καθεστώτος στη χώρα μου και να δουλέψω αμέσως σε όποοιο στούντιο επιθυμούσα. Η αλήθεια είναι ότι συγκινήθηκα, αλλά αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, απέρριψα την πρόταση.

Την παραμονή της αναχώρησής μας (αρχές Ιουλίου 1970), με τη γυναίκα μου Σόνια Τσιτήλου (βλ. Σχετικά στα βιογραφικά μου), από τη Μόσχα για τη Ρώμη, τηλεφώνησα στον Ρομμ, ζητώντας να μου επιτρέψει να τον επισκεφτώ για λίγο και να τον αποχαιρετήσω. Μου είπε, ότι ήταν πολύ απασχολημένος και θα με δεχόταν μόνο για ένα τέταρτο. Έφτασα σπίτι του γύρω στις 9 και έφυγα γύρω στις 11.30, ακούγοντας τον εξάψαλμο από τη Σόνια, γιατί την άφησα μόνη να αμπαλάρει τα πράγματά μας. Τι λέγαμε με το δάσκαλό μου αυτές τις δυόμιση ώρες;  Μα φυσικά, για την ΕΣΣΔ και το Σοσιαλισμό. Βρισκόμαστε στο 1970 και ο Ρομμ είναι εντελώς απογοητευμένος. Δεν βλέπει σωτηρία ή χαραμάδα ελπίδας από πουθενά. Ήταν η εποχή των συγκρούσεων της ΕΣΣΔ με την Κίνα για κάτι νησιά στην Άπω Ανατολή, οπότε ο Ρομμ, κάποια στιγμή μου λέει: “αν γινότανε τουλάχιστον ένας πόλεμος με τους Κινέζους, θα μπορούσαν ίσως να αλλάξουν τα πράγματα…” Πριν φύγω, μου χάρισε μία φωτογραφία του με αφιέρωση: “Να θυμάσαι, ότι φέρνω τύχη. Ο γέρος σου”. (Εδώ θα μπει σε διπλό σκανάρισμα η φωτογραφία του Ρομμ, αλλά δεν την έχω ακόμα σκανάρει). Ο Ρομμ, που είχε υποστεί ήδη μερικά εμφράγματα από την εποχή που έφτιαχνε τον “Συνηθισμένο φασισμό”, πέθανε τον επόμενο χρόνο (1971) σε ηλικία 71 ετών. Δεν πρόλαβε να δει τον πόλεμο με την Κίνα, που φυσικά δεν έγινε, ούτε όμως και τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, που βεβαίως έγινε.

Την άλλη μέρα, στο αεροδρόμιο, υπήρχαν πάνω από 30 άτομα για να μας ξεπροβοδίσουν. Οι φίλοι μου από το VGIK, συνφοιτητές της Σόνιας και τέλος, γείτονες από το Πανεπιστήμιο, όπου κατοικούσαμε.

Η συγκίνηση ήταν έντονη και μόνο όταν το αεροπλάνο βρέθηκε αρκετά μακρυά, άρχισα κάπως να συνέρχομαι…Στη Ρώμη, θα άρχιζε ένα άλλο, επίσης σημαντικό, κεφάλαιο στη ζωή και στην επαγγελματική μου καριέρα..

Άλλες απόπειρες κινηματογραφικών σπουδών

Στα 17 μου χρόνια, που τελείωσα το Γυμνάσιο, γράφτηκα στη «Σχολή Σταυράκου» (1954-1955) όπου, για ένα χρόνο, σπούδασα σκηνοθεσία κινηματογράφου με δασκάλους τους Γρηγόρη Γρηγορίου, Ιάκωβο Καμπανέλλη, Γιάννη Σιδέρη, Γιώργο Πετρή, Γιάννη Τσαρούχη, Κάρολο Κουν κ.ά. (Εδώ μπαίνει από το “Fotos Earky Years Scan 21 + 21Α με τη λεζάντα: «Η ταυτότητα της Σχολής»)

Η σχολή δεν διέθετε τεχνικά μέσα και όλη μας η μάθηση εξαντλήθηκε σε προφορική διδασκαλία και ασκήσεις «επί σκηνής». Θυμάμαι ότι διάλεξα για τη δική μου άσκηση ένα απόσπασμα από τον «Τοίχο» του Σαρτρ και επειδή φώτισε τη σκηνή από γτη διπλανή αίθουσα που χωριζόταν από μία δίφυλλη γυάλινη πόρτα, δημιουργήθηκε ένα ατμοσφαιρικό εφφέ, που άρεσε ιδιαίτερα στον Γρηγορίου, ο οποίος μου έπλεξε το εγκώμιο. Ωστόσο, το μάθημα που με είχε μαγέψει ήταν η «εφαρμοσμένη ψυχολογία» όπως το αποκαλούσε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης – για δραματουργία επρόκειτο – όπου με απλό και εξίσου πειστικό τρόπο, μας μάθαινε πως να αφηγούμαστε μία ιστορία. Ο σεναριογράφος του «Δράκου» και της «Στέλλας», γνώριζε καλά τους κανόνες αφήγησης και πως μποορεί να τους παραβιάζει ο ίδιος, αν χρειαστεί, έτσι που να μας εμφυσήσει τις πρώτες γνώσεις, αν όχι την άλφα βήτα, του επαγγέλματός μας.

Στη Σχολή Σταυράκου, είχα συμμαθητές τους Πάνο Γλυκοφρύδη, Γιώργο Σταμπουλόπουλο, Γιώργο Πετρίδη, Γιώργο Παπακώστα, Πάνο Κουτρουμπούση και κυρίως τον Δήμο Θέο με τον οποίο λίγο μετά τη γνωριμία, μάς συνέδεσε μία βαθειά φιλία που κράτησε δέκα χρόνια και έκλεισε με τη συνδημιουργία της ταινίας «100 ώρες του Μάη» γύρω από τη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη (1963-1964). Είχε πρηγηθεί το 1958-1959, η «ερασιτεχνική» παράστηση στο Γαλλικό Ινστιτούτο του μονόπρακτου «Το μάθημα», όπου για πρώτη φορά στην Ελλάδα ανέβαινε έργο του Ευγένιου Ιονέσκο. Οι κριτικές των Κ. Σταματίου («Αυγή») και Βάσου Βαρίκα («Το Βήμα»)  υπήρξαν εγκωμιαστικές.

Η φιλία μου με τον Θέο διατηρήθηκε και στο διάστημα που βρέθηκα στη Βιέννη, (1956-1957) επίσης για κινηματογραφικές σπουδές.     

Μετά, και για 1 χρόνο σπούδασα στην Ακαδημία Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών (τμήμα κινηματογράφου) της Βιέννης με καθηγητή τον αυστριακό σκηνοθέτη Κολμ Βελτέ. (Εδώ μπαίνει η φωτογραφία από το «Fotos early Years Scan 10 με τη λεζάντα : στο περιστύλιο της Όπερας της Βιέννης-1956»)

Η εγκύκλεια παιδεία

Η εγκύκλεια παιδεία μου ολοκληρώθηκε στη Σχολή Τυχοπούλου (1952-1954, Λήμνου και Πατησίων) με καθηγητές τους Δωροβίνη (αρχαία), Κωνσταντακάκη (Νέα Ελληνικά) και συμμαθητές τη φίλη μιάς ζωής Βεατρίκη Σπηλιάδη, Γιώργο Κουπαρούσο. Είχε προηγηθεί η «Σχολή Χαζιδάκη» (1949-1952) με καθηγητές τους Κώστα Καλοκαιρινό (Νέα Ελληνικά, Ιστορία) Νίκο Παπαδάκη (Αρχαία) κ.ά. και με συμμαθητές τους Γιάννη Κοκκόρη, Ξένια Καλογεροπούλου, Μαρίνα Καραγάτση με τους οποίους ανέβασαμε μιά σειρά από θεατρικά έργα, ξένα ελληνικά αλλά και πρωτότυπα γραμμένα και σκηνοθετημένα από την Ξένια και τη Μαρίνα.

Το Δημοτικό το τελειωσα στην Αττική Σχολή (Γουναράκη-Χατζιδάκης, 1947-1949), όπου επίσης συμμετείχα σε θεατρικές παραστάσεις που ετοίμαζε όλη η τάξη. Όπως εδώ στη συγκεκριμένη φωτογραφία όπου υποδύομαι το «καλλιτεχνικής φύσης» Φθινόπωρο. (Βλ. “Fotos earlty years” Scan 33)