«Tα ονόματά τους δε θα βρεθούν στους επίσημους

        καταλόγους των τρανών προσώπων που γέμισαν τις

        σελίδες του Eικοσιένα κι ο ερευνητής που νοιάζεται,

        θα μάθει κάτι για τη ζωή και τη δράση τους από τα

        ψίχουλα, που θα περιμαζέψει στα περιθώρια της

        ιστορίας»

Από τον πρόλογο του Γ.Λαμπρινού στο βιβλίο «Μορφές του εικοσιένα» 3η έκδοση «Αετός», 1945, σελ.

Σκίτσο-πορτραίτο του Γ. Λαμπρινού, από τον Πρωτοπάτση, για το βιβλίο «15 Διηγήματα από την Αντίσταση»

O πατέρας μου, Γιώργης Λαμπρινός (Mπαστουνόπουλος) γεννήθηκε στη Σίτσοβα (Αλαγονία), το 1909. Ένα κεφαλοχώρι, στη δυτική πλευρά, τη μεσηνιακή, του Ταϋγέτου, στο δρόμο προς τη Σπάρτη. Ο πατέρας του, Αναστάσης Μπαστουνόπουλος, δικαστικός υπάλληλος, είχε αρκετά αδέλφια, όπως τον Γιάννη, (?) που ήταν ο πατέρας του Κωστή Μπαστιά. Η μητέρα του, Χριστόφιλη, το γένος Βασιλάκη, ήταν από μεγάλο σόϊ, με τους περισσότερους συγγενείς να ζουν στη Σίτσοβα, ενώ ένα μέρος της οικογένειας Βασιλάκη, ζούσε στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου κατείχε αρκετά στρέματα γης. Ανάμεσά τους, ο θείος Αλέξανδρος, εξάδελφος του πατέρα μου, δικηγόρος και κομμουνιστής, που φυλακίστηκε για πολλά χρόνια, από την εποχή του εμφυλίου, με την κατηγορία ότι είχε λάβει μέρος, ως δικαστής, σε λαϊκά δικαστήρια του ΕΑΜ. Ο έτερος αδελφός της γιαγιάς Χριστόφιλης, ήταν ο πατέρας του Τακη Βασιλάκη (του γνωστού γλύπτη Τάκη), ενώ μία ακόμα εξαδέλφη του πατέρα μου, ήταν η μητέρα του Γιώργου Γιαννόπουλου, γνωστού αθηναίου δικηγόρου, με τον οποίο από τη δεκαετία του ’40, όταν γνωριστήκαμε, μείναμε στενά δεμένοι, μέχρι το θάνατό του. Ο πατέρας μου, είχε δύο αδέλφια, από τα οποία ο μεγαλήτερος, Γρηγόρης, πέθανε σε νεαρή ηλικια ενώ μακροημέρευσε, ο έτερος, ο Νίκος, επίσης δικαστικός υπάλληλος, όπως ο πατέρας του.  

Από τα παιδικά μου χρόνια, η ζωή με τον πατέρα μου είχε αναγκαστικά κενά, λόγω, αρχικώς, της εξορίας και της αρώστειας, ενώ στην Κατοχή, οι συναντήσεις μας ήταν σπάνιες, λόγω παρανομίας, μέχρι τη σύλληψή του. Από την Απελευθέρωση και μέχρι την αναχώρησή του για το βουνό, ζήσαμε στο ίδιο σπίτι (Παλαμηδίου 10, στον Κολωνό), αλλά και πάλι, σπάνια τον έβλεπα, εκτός από κάποια μεσημέρια ή και τις Κυριακές, γιατί οι πολλαπλές κομματικές και δημοσιογραφικές του εργασίες, τον κρατούσαν μακρυά από εμάς όλη τη μέρα. Βέβαια, δεν ήταν λίγες οι φορές που πήγαινα εγώ να τον δω, στη δουλειά (γραφεία του «Ριζοσπάστη», στη γωνία Σταδίου και Εδουάρδου Λω) ή να του πηγαίνω φαγητό, στο τυπογραφείο του «Πετσό-πουλου», πίσω από το Δημαρχείο, όπου τυπωνόταν ο «Ρίζος της Δευτέρας». Έτσι, οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του, ιδίως πριν να γεννηθώ, προέρχονται από έμμεσες πηγές (βιβλία, εφημερίδες, συγγενείς) και πολύ λιγώτερο από δικές του αφηγήσεις ή κοινά βιώματαα. Εκτός από τα βιβλία και τα γραπτά του (όσα διασώθηκαν), εκείνο που μου έχει μείνει μέχρι σήμερα, είναι αυτές οι ελάχιστες φωτογραφίες, που παραθέτω.

Ο Γιώργης Λαμπρινός, λόγω των διαρκών μεταθέσεων του πατέρα του, έζησε σε διάφορες επαρχιακές πολιτείες (Γύθειο, Kαλαμάτα) με τελευταία τη Λαμία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο.

Ωστόσο, οι παρέες του, ήταν στον γειτονικό Βόλο, όπου ασπάστηκε τις αριστερές ιδέες και σε νεαρή ηλικία στρατεύεται στο κομμουνιστικό κί-νημα, στο οποίο αφιέρωσε, ουσιαστικά, όλη του τη ζωή.

Λόγω, ακριβώς, της πολιτικής του δράσης, δεν θα μπορέσει να φοιτήσει, πέραν του δευτέρου έτους, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, επειδή έλαβε μέρος σε συμπλοκή, που προκλήθηκε για πολιτικούς λόγους και στην οποία συμμετείχε, ο γιός του Πρύτανη.

Βεβαίως, συνεχίζει, ασταμάτητα, την κομματική του δράση και μετα-κινείται, ανάλογα με τις εντολές του Κόμματος, σε διάφορες πόλεις της Ελλαδας, όπως Γύθειο, Καλαμάτα, και Πάτρα, όπου το 1936, γνωρίζεται και παντρεύεται την Eυγενία Tσάλα, με την οποία απέκτησε δύο αγόρια (Φώτος και Λάμπρος), που λόγω των διώξεων (εξορίες και  φυλακές για τον ίδιο και στρατόπεδα συγκεντρώσεως στη Γερμανία για τη γυναίκα του), έχουν δεκάχρονη διαφορά ηλικίας.

Eμφανίζεται για πρώτη φορά, με κείμενά του, στην καλαματιανή εφημερίδα “Θάρρος” (1936) και αργότερα στα  “Nεοελληνικά Γράμματα” (1939), στη “Bραδυνή” και στη “Nέα Eστία” με διηγήματα και άρθρα. Την ίδια περίοδο, δημοσιεύει στην “Φιλολογική Kαθημερινή” τις πρώτες μονογραφίες από τις “Mορφές του Eικοσιένα”.

Είναι η εποχή που έχει ανάγκη από ένα σταθερό ψευδώνυμο και υιοθετεί το «Λαμπρινός», που έγινε αιτία άγριου καυγά, μεταξύ της μητέρας μου και του Μπάμπη Κλάρα, γνωστού δημοσιογράφου και αδελφού του Άρη Βελου-χιώτη, για το ποιός είναι ο «νονός»! Φυσικά, επισήμως, διατηρεί το επώνυμο «Μπαστουνόπουλος».

Στη δικτατορία της 4ης Aυγούστου συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Σίκινο. Εκεί με βλέπει για πρώτη φορά, μετά τη γέννησή μου, όταν η μητέρα μου με πηγαίνει στο νησί, όπου οι εξόριστοι σύντροφοι του πατέρα μου, οργανώνουν τα βαφτίσια μου (βλ. βιογραφικό μητέρας μου Ευγενίας)  Mε ενέργειες του εξαδέλφου του Kωστή Mπαστιά, αφήνεται ελεύθερος, προκειμένου να μεταφερθεί στη «Σωτηρία», επειδή πάσχει από φυματίωση. Στην Kατοχή, μετά την οικτρή δολοφονία της Hλέκτρας Aποστόλου, αναλαμβάνει τον τομέα καλλιτεχνών-διανοουμένων του Kομμουντιστικού Kόμματος και του EAM και εκδίδει 5 τεύχη του παράνομου περιοδικού “Πρωτοπόροι”.


Θυμάμαι πως κάποτε μου που είχε πει, πως στην Κατοχή, όντας παράνομος, είχε βρει ένα καλό «κρησφύγετο» στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου ερευνούσε, γνωστές και άγνωστες πηγές, προκειμένου να γράψει τις “Mορφές του Eικοσιένα”. Έτσι, στη διάρκεια της Kατοχής, το βιβλίο πραγματοποιεί, λογοκριμένο, δύο εκδόσεις, με τη δεύτερη να είναι αφιερωμένη “στο Nίκο μας” δηλ., στο Nίκο Zαχαριάδη· αφιέρωση, που καλύφθηκε από το γεγονός ότι ο πατέρας μου, είχε αδελφό με το ίδιο όνομα.

Tο βιβλίο, σημείωσε, από την πρώτη στιγμή, μεγάλη επιτυχία, γιατί όλοι αντελήφθησαν το συσχετισμό που επιχειρούσε ο Γ.Λ., ανάμεσα στο λαϊκό χαρακτήρα του επαναστατικού αγώνα (1821) με το αντιστασιακό κίνημα (1941) το οποίο, από την αρχή, όφειλε να προσλάβει κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Άλλωστε, στον πρόλογο της 3ης έκδοσης ο Γ.Λ. ορίζει με ακρίβεια («από τη σκοπιά της εποχής μας»), το πλαίσιο, στο οποίο τοποθετεί το βιβλίο: Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, όταν δηλ., ξεκινάει ένας νέος απελευθερωτικός αγώνας, που οφείλει, ωστόσο, να αντλήσει θετικά συμπεράσματα από τον αντίστοιχο του 1821 και να μην επαναλάβει τα λάθη των λαϊκών ηγετών της επανάστασης. Tαυτοχρόνως, μοιάζει να ασπάζεται και να επιβεβαιώνει την αντίληψη πως «η ιστορία είναι πάντα σύγχρονη», μια και ο ιστορικός προσεγγίζει τα γεγονότα, με βάση τις σύγχρονες με αυτόν αντιλήψεις, περί των ιστορικών φαινομένων, ιστορικών εργαλείων και ιστορικής έρευνας. Aυτή τη «σύγχρονη» αντίληψη θέτει ως κυρίαρχο στόχο του βιβλίου, που είναι «η αλλαγή της ιστορικής σκηνογραφίας» – η αποκατάσταση δηλ., του αληθινού σκηνικού, στο πλαίσιο του οποίου προετοιμάστηκε ο επαναστατικός αγώνας του 1821..

Έτσι, γίνεται σαφές, ότι ο Γ.Λ. έγραψε αυτό το βιβλίο όχι μόνο ως ιστορικός (αρνείται άλλωστε αυτή την ιδιότητα με την έννοια του επιστήμονα), αλλά και ως πολιτικός και ιδίως, ως στρατευμένο στέλεχος του Kομμουνιστικού Kόμματος. Φωτίζει τη λειτουργία και το έργο της Φιλικής Eταιρείας, ως πολιτικού οργανισμού, με συγκεκριμένη ιδεολογία, στρατηγική και τακτική. Aναδεικνύει αυτή την ιδιότητα της παράνομης επναστατικής οργάνωσης, για να υπογραμμίσει τη σημασία και το ρόλο, που οφείλει να διαδραματίζει ένας πολιτικός οργανισμός, σε ανάλογες συνθήκες. Pόλος καθοριστικός και προφανώς, αναντικατάστατος. Mε άλλα λόγια, κάτι αντίστοιχο υπονοεί και για το ρόλο του KKE, στον αγώνα (με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

(Εδώ γινεται αναφορά στην εκδήλωση στην ΕΣΗΕΑ και στους ομιλητές + το DVD της παρουσίασης + αναφορά στα «Ιστορικά» και στην «ΑΥ ΓΗ»)

Mε θέμα τις μονογραφίες των αγωνιστών του 1821, ο Γ.Λ. έκανε μιά σειρά από ομιλίες και συζητήσεις με πυκνότατο ακροατήριο από φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών. Tο βιβλίο επενεκδόθηκε μετά την Kατοχή (εκδ. “O Pήγας” 1945) σε πλήρη μορφή και με ξυλογραφίες του Tάσσου. Aυτή τη φορά ήταν αφιερωμένο στο γιό του Φώτο. Έκτοτε έχει πραγματοποιήσει άλλες πέντε εκδόσεις

(Εδώ μπαίνουν τα scan με τα εξώφυλλα όλων των εκδόσεων + σημειώσεις για τις εκάστοτε εκδόσεις και χρονολογίες + το DVD από την παρουσίαση του βιβλίου στην ΕΣΗΕΑ, το 2003;).

Ωστόσο, υπήρχε και η καθημερινή ζωή. Δεν θυμάμαι, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρός, το πρώτο κοινό ταξείδι στο χωριό (Σίτσοβα), απόπου και η φωτογραφία στα σκαλιά του «πύργου», όπως αποκαλούσαν το σπίτι του παππού οι συγχωριανοί. Έχει μείνει, ωστόσο, η φωτογραφία.

(Εδώ μπάινει η φωτογραφία με τον πατέρα μου scan 2 από το Fotos family βλ.  file scanning 2).

Οι αναμνήσεις μου, από την κοινή ζωή με τον πατέρα και την μητέρα μου, ουσιαστικά αρχίζουν από το σπίτι της οδού Παλαμηδίου 10, στον Κολωνό. Εκεί, παρά τις σκληρές συνθήκες της Κατοχής και στη συνεχεια, μετά το 1945, έζησα, τους λιγοστούς μήνες «οικογενειακής ζωής», μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα μου.

(Αντιφράφω από το βιβλίο μου «Παλαμηδίου 10

Το σπίτι είχε το παρατσούκλι «μπουντρούμι», γιατί καμιά φορά, το χειμώνα, οι τοίχοι έσταζαν νερό. Το περίεργο είναι ότι δεν άλλαζε το χρώμα τους με τη ροή του νερού, γιατί το κάποτε άσπρο είχε παραχωρήσει τη θέση του σε μόνιμο γκρι. Στην πρόσοψη του σπιτιού, από το δρόμο, φαινόταν μόνο το διπλανό, χρώματος ανοιχτού γκρίζου, με τα παράθυρα, ίδιου χρώματος, σε χαμηλό ύψος από το πεζοδρόμιο, τη μεγάλη σιδερένια πόρτα, από την οποία κρεμόταν το σήμαντρο, μικρή μαντεμένια παλάμη, σχεδόν σε σχήμα γροθιάς, την αυλή με την κληματαριά, τη σιδερένια σκάλα για τη ταράτσα και την οικογένεια Κάμαρη που κατοικούσε: πατέρας, μητέρα, ο γιός ο Νίκος, στην εφηβεία, που χτυπούσε δυνατά με τη σιδερένια γροθιά τα-τα-τα τάτα, τατά, για να ξέρουμε όλοι ποιός ήρθε, και ο αλλος, ο Κώστας, που δούλευε στα καράβια. Ψηλός αδύνατος, πάντα κοστουμαρισμένος, οταν ερχόταν καμιά φορά, καθόταν με τις ώρες, αμίλητος, σε μία πολυθρόνα από κάμποτο και κοίταζε ψηλά προς τα σύννεφα. Κάπου κάπου ακουγόταν ο βήχας του. Ήταν φυματικός.

Στην αριστερή άκρη της πρόσοψης, από μία στενή σιδερένια πόρτα και το ίδιο στενή και μακρόσυρτη είσοδο, μπαίναμε στο «μπουντρούμι», που έχασκε στο βάθος, με την αυλή από πλακάκια, το χωμάτινο κομμάτι της αριστερά, που σκέπαζε το βόθρο και στο βάθος δεξιά, το μικρό καμαράκι της τουαλέτας, χωρίς πόρτα και με πήλινη, κεραμεική λεκάνη.

Ευθεία μετά το βόθρο, το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας προ-στατευμένο από μιά μαύρη σιδεριά. Δίπλα, η ξύλινη πόρτα της μίας κάμαρης, με ένα μικρό παράθυρο και παραδίπλα η πόρτα της άλλης. Χρώματος και οι δύο ξεθωριασμένου καφέ. Η πρόσοψη, προς τα δεξιά και τον τοίχο του διπλανού σπιτιού, τέλειωνε με ένα ακόμα παράθυρο, αυτό της δεύτερης κάμαρης. Συνολικά, δύο δωμάτια και κουζίνα, σε παράταξη. Στην κουζίνα υπήρχε κρεμασμένο ψηλά το «φανάρι», ένα σιδερένιο κουτί με σίτα για τα τρόφιμα, το ψυγείο πάγου, ξύλινο με βρυσάκι, δεξιά το τραπέζι και στο βάθος, κάτι σαν πάγκος με διάφορα σκεύη μαγειρικής και η γκαζιέρα. Στο πάτωμα από μωσαϊκό και δίπλα στον τοιχο, μία φουφού. Στον τοίχο, πάνω από το τραπέζι, η πιατοθήκη. Στο δωμάτιο, δίπλα στην κουζίνα, δύο κρεβάτια και ένα κομοδίνο στη μέση, ενώ μπροστά στο παράθυρο, ενα ντιβάνι. Στο μέσα δωμάτιο, το διπλό σιδερένιο κρεβάτι των γονιών μου, ένας ραφτάδικος πάγκος και μία μηχανή singer. Εκεί έραβε η μητέρα μου τα βράδια ή τις Κυριακές. Υπήρχε ακόμα κι ένα μικρό τραπέζι, όπου πολύ σπάνια έβλεπα τον πατέρα μου να γράφει. Σε όλη την πλευρά του ακραίου τοίχου της κραβατοκάμαρας είχε προσαρμοστεί μία βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία. Το εσωτερικό αυτών των τριών χώρων δεν το έβλεπε σχεδόν ποτέ ο ήλιος και το κυρίαρχο χρώμα ήταν ένα μουντό γκρίζο. Η αυλή, με τα πλακάκια, σκεπαζόταν, κατά ένα μικρό μέρος, από την κληματαριά της οικογένειας Κάμαρη, ενώ στο χωμάτινο κομάτι, πάνω από τον βόθρο, φύτρωναν, μάλλον από μονα τους, νυχτολούλουδα και βλήττα. Μπαίνοντας, από τον δρόμο, στον μακρόστενο διάδρομο της εισόδου, αριστερά υψωνόταν ένας ψηλός γκρι σαγρέ τοίχος του διπλανού δυόροφου σπιτιού, ο οποίος τελειώνοντας, παραχωρούσε τη θέση του σε χαμηλή μεσοτοιχία, στην οποία υπήρχαν ένα τετράγωνο σιδερένιο παράθυρο και ένα παραθυράκι πάνω από το βόθρο. Από το σιδερένιο παράθυρο φαινόταν καθαρά η κουζίνα του διπλανού σπιτού και από το παραθυράκι, αν έβαζα κάποιο σκαμνάκι, μπορούσα να δω το εσωτερικό ενός δωματίου που ήταν σαλόνι μαζί και κρεβατοκάμαρα. Στα δεξιά της στενής και μακρόστενης εισόδου, υπήρχε ο τοίχος, που μας χώριζε από τους Καμαραίους.

Πρέπει να πιέσω πολύ τη μνήμη  μου για να θυμηθώ τη ζωή μας σε αυτό το σπίτι την πρώτη περίοδο, μετά δηλαδή από το 1941, όταν οι γονείς μου εγκαστάθηκαν εκεί. Ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων ετών. Ήξερα βέβαια ότι είχε γίνει πόλεμος, γιατί στο προηγούμενο σπίτι, στην οδό Ασημάκη Φωτήλα, στα Εξάρχεια, μας ξύπναγαν πολλές φορές οι σειρήνες και μεταφερόμαστε στο υπόγειο της γωνιακής πολυκατοικίας, άχτιστης ακόμα και μόνο με τον τσιμεντένιο σκελετό. Όταν πήγαμε στην Παλαμηδίου, θα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί για τα καλά οι Γερμανοί και οι Ιταλοί στην Αθήνα. Κάποιους Ιταλούς είδα και στη γειτονιά, όμως Γερμανούς πρωτοείδα στο κέντρο της Αθήνας, όταν η μητέρα μου, με έπαιρνε μαζί της στο «Εθνικό Θεατρο», όπου εργαζόταν. Θυμάμαι ακόμα τις ψηλές των μπότες τους. Θα πρέπει να ήταν αξιωματικοί. Η πιό έντονη ανάμνηση μου, από τη γειτονιά μας εκείνης της εποχής, είναι η παράσταση «Καραγκιόζη», που είδα στη μάντρα του «Μανωλόπουλου», κοντά στον Άη Γιώργη.   

Κάποιο πρωϊνό, στην Παλαμηδίου, κι ενώ χουζούρευα ακόμα στο κρεβάτι μου, στάθηκε από πάνω μου ο πανήψυλος πατέρας μου και μου είπε να ντυθώ στα γρήγορα γιατί κάπου θα πάμε. Βγαίνοντας από το σπίτι, τον ρώτησα αν θα πάμε μακρυά και αν θα πάρουμε το τραμ. Μου είπε, «όχι, θα πάμε με τα πόδια». Δεν ήξερα ακόμα την Αθήνα. Το μόνο που ήξερα πολύ καλά ήταν η γειτονιά μου και πως στα «σκαλάκια», ήταν οι γραμμές του τραίνου και πιό πέρα ο σταθμός Πελοποννήσου.

Η Αθήνα ήταν τότε μία πόλη σε ανθρώπινα μέτρα, κι ένα μικρό παιδί μπορούσε όχι μόνο να τη φωτογραφίζει, αλλά και να τη μαθαί-νει πολύ εύκολα. Βγαίνοντας από τα σκαλάκια, ακολουθήσαμε κάτι στενά, σε έναν ατέλειωτο ποδαρόδρομο, για να περάσουμε, τελικά, από τον βασιλικό κήπο, να βγούμε δίπλα από το Στάδιο και να ανηφορίσουμε στο Α’ Νεκροταφείο.

Όλα αυτά, μου τα μάθαινε, ενώ περπατούσαμε, ο πατέρας μου, προσέχοντας συνεχώς γύρω του. Από εκεί και πέρα, ο πατέρας μου σιώπησε. Σταματήσαμε μόνο όταν βρεθήκαμε σε μιάν άκρη, δεξιά προς τα κάτω, ανάμεσα σε πέτρινους τάφους, όπου ειχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Αμυδρά στη μνήμη μου, ίσως όμως και από τις μετέπειτα διηγήσεις, έχω την αίσθηση ότι άκουγα μία ισχυρή φωνή, που κάτι έλεγε πολύ δυνατά. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου έσκυψε και μου έδειξε στο βάθος, σε ένα υπερυψωμένο σημείο, κάτι Γερμανούς αξιωματικούς, που στέκονταν με τα χέρια πίσω και κοιτούσαν προς το μέρος μας. Βρισκόμαστε, βέβαια, σε κηδεία, αλλά τίνος και γιατί δεν ήξερα. Το γεγονός το έμαθα μόλις επιστρέψαμε στο σπίτι, γιατί ο πατέρας μου με εμφανή υπερηφάνεια είπε: «Σήμερα, πήρα τον γιό μου και πήγαμε σην κηδεία του Παλαμά». Η δυνατή φωνή ήταν του Σικελιανού, που όπως έμαθα πολύ αργότερα, βροντοφώναξε το «Ηχήστε σάλπιγγες, καμπάνες βροντερές…». Φαίνεται πως ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τον Παλαμά, γιατί ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έμαθε, εκτός από την «3η Διεθνή» με το «Εμπρός της γης οι κολασμένοι», ήταν και το «Άφτιαχτο κι αστόλιστο του χάρου δεν σε δίνω…».

Την ίδια περίοδο δηλ., της Κατοχής, θυμάμαι τον πατέρα μου να αστειεύεται συνεχώς μαζί μου και με τη μητέρα μου, έτσι που μου έμεινε η εντύπωση ενός ανθρώπου με χιούμορ, κάτι που υπερασπίστηκα πολύ αργότερα, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στην «ΑΥΓΗ», όπου έγραφα κριτική κινηματογράφου, ο Τάσος Βουρνάς, μου είπε: «τουλά-χιστον εσύ γελάς, δεν είσαι σαν τον πατέρα σου…». Έμαθα έτσι, όχι πως ο πατέρας μου δεν είχε χιούμορ, αλλά πως στον κομματικό ή δημοσιογραφικό χώρο, έδινε την εντύπωση ιδιαίτερα αυστηρού ανθρώπου, κάτι που ίσως θεωρούσε αναγκαίο, λόγω της θέσης και της κομματικής του ιδιότητας, αυτής του υπεύθυνου στο χώρο των διανοουμένων, αλλά και ως κριτικός στο «Ριζο-σπάστη». Στο σπίτι πάντως, το γέλιο και η καζούρα συνεχίζονταν, με θύμα τη γιαγιά μου τη Μαρία, που τις Κυριακές στολιζόταν με τις ώρες, για να παέι στο Περιστέρι, στην  αδελφή της την Ασημίνα. Οπότε, λίγο πριν ξεκινήσει, με σήμα του πατέρα μου, αρχίζαμε την καζούρα: «Η θειά μας η Ασημίνα, τρία βρακιά φορεί. Ώσπου να βγάλει τό’να, τ’άλλα τα κατουρεί…». «Α, να χαθείτε, ξεδιάντροποι…» η απάντηση της γιαγιάς.

Όλη αυτή η συμβίωση, τελείωσε κάποια στιγμή, κάπως απότομα, γιατί μαζί με τη γιαγιά, με στείλανε στην Πάτρα, στην αδελφή της μητέρας μου, την Ελένη, φρεσκοπαντρεμένη με τον Θανάση Ρηγάτο, τσαγγάρη- υποδημαποιό, κεφαλλωνίτικης καταγωγής. Έμεινα μερικούς μήνες στην Πάτρα και κατά τις αρχές Μαΐου του 1944, η γιαγιά μου, με συνόδευσε στο σταθμό, για να επιβιβαστώ στην ωτομοτρίς και να επιστρέψω μόνος μου στην Αθήνα. Ήμουν πλέον 7 ετών. Φτάνοντας, πήδηξα στη πλατφόρμα και τρέχοντας, ξεκίνησα για το σπίτι, γνωρίζοντας πολύ καλά το δρόμο. Άλλωστε, δεν ήταν μακρυά. Η Παλαμηδίου αρχίζει πίσω ακριβώς απο το σταθμό Πελοπον-νήσου. Τράβηξα κολλητά στο σταθμό μέχρι να βρω τα «σκαλάκια», κι από εκεί, το σπίτι μου ήταν δυό βήματα. Όμως τα «σκαλάκια» ήταν κλειστά με συρματόπλεγμα και έπρεπε να κάνω το γύρο, να περάσω από τη διάβαση με τις γραμμές του τραίνου, να συνεχίσω στη Λένορμαν και να φτάσω από την κάτω μεριά, στην Παλαμηδίου. Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Έφτασα στο σπίτι και όρμησα τρέχοντας στη μακρόστενη είσοδο, εισβάλλοντας κυριο-λεκτικά στην αυλή. Αντικρύζοντας τις δύο πόρτες ορθάνοιχτες, μπήκα στα δωμάτια και έμεινα άφωνος…Το σπίτι ήταν εντελώς άδειο. Κανένα έπιπλο, τραπέζι, καρέκλα, σκαμνί. Τίποτε. Η κουζίνα το ίδιο. Δεν υπήρχε ούτε μπρίκι. Το μόνο που είχε μείνει στο μέσα δωμάτιο, ήταν το σιδερένιο κρεβάτι των γονιών μου, με μόνο το σκελετό του και μία βρώμικη κουβέρτα ριγμένη πάνω του, λες και κάποιος το σκέπασε για να μη φαίνεται η γύμνια του. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Έμεινα λίγη ώρα έτσι, κοιτάζοντας, μέχρι που κάποια στιγμή, σα να ξύπνησα από λήθαργο, έτρεξα, βγήκα στο δρόμο και χτύπησα με τη σιδερένια γροθιά, τη διπλανή πόρτα, των Καμαραίων. Μου άνοιξε η κυρά Καμαρίνα, όπως την αποκαλούσαμε, και μόλις με είδε έβγαλε μιά φωνή: «Αχ, το παιδί». Αμέσως με περιμάζεψε στο σπίτι. Με ρώτησε πως ήρθα και αν πεινάω. Ο άντρας της στεκόταν παράμερα και κοιτούσε σα να με έβλεπε για πρώτη φορά. Αντί για απάντηση, τη ρώτησα αμέσως: «Που είναι η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου;». «Μην ανησυχείς», μου λέει «Έχουνε πάει μιά βόλτα. Θα γυρίσουν». «Και με το σπίτι τι έγινε;» «Α, με το σπίτι. Να, έχει βάλει μιά κουβέρτα ο Νίκος μας και κοιμάται καμιά φορά, όταν έρχεται κουρασμένος από τη δουλειά. Έλα να σου βάλω κάτι να φας».

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα σε αυτό το σπίτι. Όση και να ήταν δεν ξαναμί-λησα. Κοιτούσα την ψηλή και ξερακιανή Καμαρίνα, με το μακρύ σκουρό-χρωμο φόρεμα και το κεφαλομάντηλο, ιδίου χρώματος, τον Κάμαρη, έναν κοντόχοντρο ηλικιωμένο άντρα, με ένα τριμμένο γκρι κοστούμι, γιλέκο και γραβάτα, να κοιτάζει κάπου μακρυά, σα να ήθελε να αποφύγει το βλέμμα μου. Κάποια στιγμή μου είπαν ότι θα φύγουμε. Με πήραν και κατηφο-ρίζοντας την Παλαμηδίου, με πήγαν σε ένα σπίτι, όπου έμεναν κάποιοι μακρυνοί συγγενείς της μητέρας μου. Μαζί τους έμεινα κανά δυό μέρες κι εκείνοι βρήκαν το αδελφό του πατέρα μου, το θείο Νίκο, που δούλευε στα Δικαστήρια και με παρέδωσαν. Ο θείος Νίκος δεν μου είπε και πολλά πράγματα για τους γονείς μου και για όλα όσα συνέβησαν το διάστημα που έλειπα στην Πάτρα. Κι αν μου είπε, δεν τα θυμάμαι. Ίσως να ήταν κάτι αντίστοιχο με το «έχουν πάει μιά βόλτα και θα γυρίσουν» των Καμαραίων. Απλώς, την ίδια μέρα, με πήγε σε ένα μέρος με μιά μεγάλη πλατεία και ανηφορικούς δρόμους, αραιοχτισμένους. Αργότερα έμαθα ότι ήταν η πλατεία Κυψέλης. Δεν προλάβαμε να ανηφορίσουμε με το θείο μου και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μας ο πατέρας μου. Φυσικά έτρεξα στην αγκαλιά του. Εκείνος άλλαξε δυό βιαστικές κουβέντες με το θείο μου και με πήρε μαζί του. Λίγο πιό πάνω σε μία καλοφτιαγμένη μονοκατοικία ζούσε ο Μανώλης Σκουλούδης κι εκεί, όπως έμαθα αργότερα, κρυβόταν ο πατέρας μου.

Στο σαλόνι του σπιτού ο Σκουλούδης με τη γυναίκα του με δέχτηκαν λες και με γνώριζαν χρόνια. Εγώ βέβαια δεν είχα μάτια παρά μόνο για τον πατέρα μου. Δεν έμεινα παρά δυό τρεις μέρες σ’αυτό το σπίτι, ώσπου με πήρε ο πατέρας μου και με έναν ατέλειωτο ποδαρόδρομο πάνω από το Πολύγωνο και του Γκύζη, περάσαμε στο ρέμα του Ιλισσού και ανηφορήσαμε στου Ζωγράφου. Στη διαδρομή, από ψηλά, έβλεπα κάτω στη λεωφόρο να κυκλοφορούν τα κίτρινα τραμ. Ρώτησα τον πατέρα μου γιατί δεν κατηφορίζουμε να πάρουμε το τραμ και να πάμε πιό γρήγορα και τότε άρχι-σε να μου λέει μιάν ιστορία από αυτές που η μνήμη, θέλει δεν θέλει, τις συγκρατεί και δεν ξεχνιούνται ποτέ. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι χωρίς ποτέ να γίνουν κάποιες συγκεκριμένες συζητήσεις ή «δηλώσεις», τουλά-χιστον μεχρι εκείνη τη στιγμή, ήξερα ότι οι γονείς μου είναι αριστεροί κι ότι ο πατέρας μου είναι στέλεχος του Κόμματος. Δεν μιλούσαμε γι αυτά, αλλά έτσι απότομα που μεγαλώναμε τότε, δεν χρειάζονταν και πολλά λόγια για να καταλαβαίνω τι συμβαίνει.

Ο πατέρας μου άρχισε την κουβέντα από την Μαρία. Μιά ελασίτισσα που είχα για λίγο γνωρίσει στην Παλαμηδίου. Η Μαρία ήταν στην ομάδα του ΕΛΑΣ που προστάτευε τα στελέχη. Μου λέει λοιπον ο πατέρας μου ότι η Μαρία πιάστηκε από τους Γερμανούς και αφού έφαγε ξύλο, άρχισε να καταδίδει όσους γνώριζε και ήξερε πού μπορεί να τους βρει. Μία από τις πρώτες ήταν η μητέρα μου, που οι Γερμανοί, με υπόδειξη της Μαρίας, συνέλαβαν στο ραφτάδικο του Εθνικού Θεάτρου, στη Σατωβριάνδου. Για την μετέπειτα τύχη της μητέρας μου, ο πατέρας μου δεν είπε κουβέντα. Πρόσθεσε όμως, ότι η Μαρία αφού κατέδωσε πολύ κόσμο, έψαχνε να βρει και τον ίδιο. Γι αυτό κρυβόταν. Δεν έμενε ποτέ στο ίδιο σπίτι πάνω από δυό τρεις μέρες και ότι με πήγαινε στη θεία τη Δήμητρα και τον θείο Κώστα στου Ζωγράφου, μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Τι να δούμε δηλαδή; Άστο καλύτερα. Πράγματι, με άφησε στου Ζωγράφου και το ίδιο βράδυ εξαφανίστηκε. Στης θείας Δήμητρας στου Ζωγράφου, για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει Κατοχή. Δεν υπήρχε τίποτε φαγώσιμο και ότι τρώγαμε ήταν εφευρέσεις της θείας Δήμητρας και του θείου Κώστα, που έκαναν ότι μπορούσαν για να συντηρηθούμε, έστω και στοιχειωδώς. Η θεία Δήμητρα, δεν ήταν θεία στην πραγματικότητα. Αδελφή της γιαγιάς μου ήταν, από άλλη μητέρα. Όμως εγώ την έλεγα θεία μέχρι τα βαθειά της γεράματα. Λίγο αργότερα, τον Ιούνη του 1944, έμαθα από τη θεια Δήμητρα, ότι συνεληφθη από τους Γερμανούς. Ότι βασανίστηκε σκληρά στα κρατητήρια της οδού Mέρλιν, το έμαθα αργότερα, μόλις αποφυλακίστηκε. Λίγο πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Ενώ αρκετά χρόνια αργότερα, ο Γιάν-νης Pίτσος θα αφιερώσει σ’αυτόν και στον Θέμο Kορνάρο, επίσης οδυνηρό θύμα των βασανιστηρίων, ένα του ποίημα.

(Να καταγραφεί το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου)

Κάποια στιγμή, είτε γιατί δεν τα έβγαζαν πέρα, είτε γιατί έτσι τα είχαν συμφωνήσει με τον πατέρα μου, η θεία και ο θείος Κώστας αποφάσισαν να με πάνε «για ένα μικρό διάστημα» όπως μου είπε η θειά μου, στη θεία Ελένη, από το σόϊ του πατέρα μου, που έμενε στην οδό Θεμιστοκλέους, δίπλα στην Ομόνοια. Ο άντρας της δούλευε στη Λυρική Σκηνή λογιστής, διορισμένος και αυτός προπολεμικά από τον Μπαστιά, και αυτό τους έδινε ίσως τη δυνατότητα να πορεύονται κούτσα κούτσα και να μπορούν να ταΐσουν ένα ακόμα στόμα. Το δικό μου.

Από τότε όμως, που η μητέρα μου με έπαιρνε στο Εθνικό Θέατρο, είχα μάθει τη γειτονιά. Κυκλοφορούσα λοιπόν ελέυθερα στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς να γνωρίζω τι έχει γίνει η μητέρα μου, ή ο πατέρας μου, μέχρι που ένα μεσημεράκι, έξω από το Εθνικό στην Αγίου Κωνσταντίνου, με πλησιάζει ένας άντρας μετρίου αναστήματος και φτωχικά ντυμένος και με ρωτάει αν είμαι ο Φώτος, ο γιός του Λαμπρινού. Μου ζήτησε αμέσως να τον οδηγήσω στο σπίτι της θειάς μου, στη Θεμιστοκλέους και με γρήγορο, σχεδόν αγχωτικό βήμα, όπως φάνηκε από το τρόπο που περπατούσε, κοιτάζοντας συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις, φτάσαμε. Εξήγησε στη θειά μου ότι πρέπει αμέσως να εξαφανιστώ από το κέντρο της πόλης, γιατί έχουν πιάσει τον πατέρα μου, τον βασανίζουν και ότι η Μαρία, που τον αναγνώρισε από μακρυά και τον υπέδειξε στους Γερμανούς, κυνηγάει εμένα για να υποχρεώσει τον πατέρα μου να μαρτυρήσει. Η θειά μου, σε δύσκολη θέση, δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει, οπότε, ο κύριος, που μου είπε στο μεταξύ, ότι ήταν συγκρατούμενος με τον πατέρα μου στο Χαϊδάρι και ότι πριν βγεί, ήταν ο πατέρας μου που του ζήτησε να με βρει και να με φυγαδεύσει, είπε ότι έχει μιά λύση: ένα, κάτι σαν Ίδρυμα, του Ερυθρού Σταυρου στο Μαρούσι, για ορφανά ή αδέσποτα παιδιά, όπου σκόπευε να με πάει. Και με πήγε.

Στο Μαρούσι πήγαμε με το λεωφορείο της γραμμής που ήταν καλυμμένο με καραβόπανο και είχε ξύλινα καθίσματα. Το κτήριο, ένα τετραόροφο θηρίο, σε σχέση με τα χαμόσπιτα της περιοχής, δέσποζε κάτω από την Κασταλία, την κεντρική πλατεία του Μαρουσιού, στο δρόμο προς τον θερινό κινηματογράφο «Ρεξ». Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο και μεγάλη σιδερένια πόρτα. Αδύνατο και να το διανοηθώ να το σκάσω. Αφού έγιναν τα διάφορα τυπικά, ο κύριος με εγκατέλειψε λέγοντάς μου «θα έρθω, μόλις μπορέσω, να σε δω» – δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή μου στο Ίδρυμα είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγραφεί. Δεν ξέρω πως να αφηγηθώ το κλίμα, τις συνθήκες και κυρίως την απελπισία που με διακατείχε, ότι δεν πρόκειται να βγω ζωντανός από κειμέσα. Μέναμε σε μεγάλους θαλάμους, και λόγω του υπερπληθυσμού, στο υπόγειο, το οποίο συχνά-πυκνά πλημμύριζε νερά. Το μόνο που θυμάμαι από το «φαγητό» είναι το πρωϊνό ρόφημα, ένα σκούρο υγρό που υποτίθεται ότι ήταν τσάϊ. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας το περνούσαμε στην αυλή χωρίς απολύτως καμία διάθεση για παιχνίδι. Ρούχα, εκτός από αυτά που είχα, δεν μου έδωσαν και ξυπόλητος πλέον, τουρτούριζα από το κρύο. Δεν ξέρω πόσο διάστημα πέρασα σ’αυτή την κόλαση, όταν κάποια μέρα, ενώ βρισκόμουνα στην αυλή, βλέπω να έρχεται από τη σιδερένια πόρτα η θεία Δήμητρα. Από μικρό παιδί δεν έκλαιγα. Ακόμα και αργότερα, σε μεγάλη ηλικία, όταν υπήρξαν αρκετά δύσκολες στιγμές, ήθελα, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω. Ίσως και να ήταν η τελευταία φορά που έβαλα τα κλάμματα. «Θείτσα μου, πάρε με από δω, θα πεθάνω» – της έλεγα. Η θειά μου με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της κι έκλαιγε κι αυτή. Πήγε αμέσως μετά σε κάποιο γραφείο και το βραδάκι βρισκόμουνα πάλι στη σιγουριά του σπιτιού, στου Ζωγράφου.

Aμέσως μετά την Kατοχή, εκδίδει τη μελέτη “Mοναρχία στην Eλλάδα” (“Pήγας” 1945), όπου, εν όψει δημοψηφίσματος για την επάνοδο του βασιληά, προσπαθεί να τοποθετήσει το θεσμό της ελληνικής μοναρχίας στο αληθινό του ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Ωστόσο, η μεγάλη του αγάπη είναι η λαϊκή παράδοση και λίγο αργότερα (1947) από τα “Nέα Bιβλία” που διήυθηνε ο Γ. Zιούτος (Zωϊτόπουλος), εκδίδεται “Tο δημοτικό τραγούδι”. Aφιερωμένο στην ακριβή μνήμη του Γιάννη Zεύγου, δολοφονημένου λίγο πριν στη Θεσσαλονίκη, το βιβλίο δεν ευτύχησε να μακροημερεύσει στις βιτρίνες ή στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Eίχε αρχίσει ο Eμφύλιος και η Aσφάλεια κάνοντας έφοδο, κατέστρεψε τα γραφεία του εκδοτικού στην οδό Kοραή και κατέσχε όλα σχεδόν τα αντίτυπα. Σήμερα, όπως όλοι γνωρίζουμε, υπάρχει η ελπίδα να πετύχει κανείς κάποιο αντίτυπο στα παλαιοβιβλιοπωλεία, όπου πουλούσαν οι ασφαλίτες όλα τα βιβλία, που είχαν λεηλατήσει από σπίτια αριστερών ή αριστερά βιβλιοπωλεία. Την ίδια εποχή (1945) λόγω μιάς απόρρητης κομματικής εντολής που διέρρευσε, το Κόμμα, αποφασίζει να τον διαγράψει, προβάλλοντας, όπως φαίνεται και από το «κατηγορητήριο», άσχετους και «πεπαλαιωμένους» λόγους. Το κείμενο της διαγραφής φέρει την υπογραφή του φίλου και υπέυθυνου για τη διανόηση, από την πλευρά του Πολιτκού Γραφείου, Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Η απάντηση του Γ.Λ. είναι μία «δήλωση μετανοίας» με άσχετα, επίσης παραδείγματα. Στην πράγματικότητα, ο Γ.Λ. ανέλαβε με εντολή του Κόμματος και μέσω Κ.Μπαστιά, να φέρει σε επαφή κάποια κομματικά στελέχη με πολιτευτές του Κέντρου. Η αποστολή, ως μη όφειλε, διέρρευσε και για λόγους απόσεισης των ευθυνών, το Κόμμα αποφάσισε τη διαγραφή του. Στην ουσία και εντελώς αθόρυβα, το Κόμμα, παραδέχτηκε ότι επρόκειτο για διαγραφή σκοπιμότητος, γιατί ο Γ.Λ. διατήρησε τις ιδιότητές του στις εφημερίδες («Ριζοσπάστης» και «Ελεύθερη Ελλάδα» και στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», δημοσιέυοντα ςτα κείμενά του με το ψευδώνυμο Μιχάλης Λαμπίρης. Σε κατοπινή απόπειρα επανεγγραφής του Γ.Λ. με προσωπική παρέμβαση του Νίκου Ζαχαριάδη στην κομματική οργάνωση διανοουμένων λογοτεχνών, η απα΄ντηση των μελών της οργάνωσης ήταν αρνητική, με τον κάθε ένα από τους ψηφίσαντες «κατά», να έχει τους δικούς του λόγους.

(Εδώ μπαίνουν τα κείμενα της διαγραφής και το scan από το βιβλλιο του Γιάννη) 

Aμέσως μετά την Kατοχή και με τη βραχύβια νομιμοποίηση του Kομματος, αναλαμβάνει πάλι επικεφαλής των καλλιτεχνών – διανοουμένων, διευθύνει την καλλιτεχνική σελίδα του “Pιζοσπάστη” (1944-1947), και του “Pίζου της Δευτέρας” και καθοδηγεί, από κομματικής πλευράς, το φιλολογικό περιοδικό “Eλεύθερα Γράμματα”, του οποίου διευθυντής ήταν ο Δημήτρης Φωτιάδης.

(Εδώ μαίνει το scan από τα ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ)

Στο “Pιζοσπάστη”, (όπου κρατάει τις στήλες κριτικής βιβλίου και θεάτρου) όπως και στα “Eλεύθερα Γράμματα”, δημοσιεύει πάρα πολλά άρθρα με θέματα που αφορούν στη σύγχρονη πνευματική ζωή, στην πολιτική κατάσταση και, κυρίως, στη λογοτεχνική παραγωγή τής αμέσως μετά τον πόλεμο, περιόδου. Aξίζει να αναφερθεί ο έντονος διάλογός του (σειρά άρθρων στα “Eλεύθερα Γράμματα”) με πολλούς συγγραφείς για τη διαμορφούμενη ήδη “λογοτεχνία της αντίστασης”, όπως και η καμπάνια του με τίτλο “H εθνική κρίση του πενεπιστημίου”.

(Βλ. επίσης κείμενο του Βασίλη Μόσχου «Ο πολιτικός λόγος των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950» και ειδικότερα στις σελ. 78, 117 και υποσημειώσεις στις σελ. 64,66,117)

Tο φθινόπωρο του 1947 και με τη βοήθεια του τότε διευθυντή του Γαλλικού Iνστιτούτου Aθηνών, Oκτάβ Mερλιέ, καταφέρνει να αποκτήσει διαβατήριο και αναχωρεί για τη Γαλλία, απ΄όπου με τη βοήθεια του συντρόφου και φίλου του Mέμου Mακρή, θα μεταβεί στην Πράγα και στο Bελιγράδι. Tελικός προορισμος τα βουνά της Eλλάδας, όπου είχε φουντώσει ο Eμφύλιος. Στο Παρίσι, εκτσός από τον φίλο και σύντροφο Μέμο Μακρή, ο οποίος ως υπεύθυνος της «γιάφκας» του Παρισιού, θα τον υποδεχτεί και θα τον φιλοξενήσει, συναντιέται και με την ιστορικό  Ελένη Αντωνιάδου (μετέ-πειτα Μπιμπίκου), η οποία, αρκετά χρόνια αργότερα (1971), θα μου αφηγηθεί τον περίπατο που έκανε με τον πατέρα μου, προκειμένου να του φδείξει τα αξιοθέατα του Παρισιού. Την ίδια βόλτα πρόσφερε και σε μένα όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1967, στο ολιγοήμερο ταξείδι μου, από τη Μόσχα στο Παρίσι, για τη συνάντηση των Αντιστα-σιακών Επιτροπών της Ευρώπης.

Ωστόσο, η σχετικά πρόσφατη διαγραφή σκοπιμότητας από το Κόμμα (Δεκ. 1945), οδηγεί την καθοδήγηση να μην τον αποστείλει στο βουνό, αλλά στο «Μπούλκες» το νησάκι στο Δούναβη, όπου βιρισκόταν και το εκδοτικό του «Δημοκρατικού Στρατού», το οποίο και ανανλαμβάνει.  τη μετάβαση στην Eλλάδα και ως “δυσμενής μετάθεση” στέλνεται στο διαβόητο Mπούλκες, πάνω στο Δούναβη και όχι μακρυά από το Bελιγράδι, όπου διευθύνει το εκδοτικό “Nέα Eλλάδα”. Aπό το ίδιο εκδοτικό θα κυκλοφορήσει το 1949 το τελευταίο του πόνημα με τίτλο “Mακρονήσι – το αμερικανικό Nταχάου στην Eλλάδα”, όπου με συλλογή μαρτυριών από φαντάρους, που βρέθηκαν στο Mακρονήσι και μετά προσχώρησαν στον Δημοκρατικό Στρατό, στη διάρκεια των επιχειρήσεων, καταγγέλλει την εξόντωση των αριστερών φαντάρων που έγινε στη Mακρόνησο το 1948.

Λίγο μετά την αρχή του 1949, στέλνεται με το κλιμάκιο της Kεντρικής Eπιτροπής στην Kεντρική Eλλάδα. H εντολή δόθηκε από τον ίδιο τον Zαχαριάδη, αλλά συνέβαλε σ’αυτό, το αίτημα να συμπεριληφθεί και ο Γ.Λ. στην αποστολή, του συνεργάτη και στενού του φίλου Kώστα Kαραγιώργη που συμμετείχε στο κλιμάκιο. Mετά τη μάχη της Kαρδίτσας, ο Kαραγιώργης επέστρεψε στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου τραυματισμένος, για να ακολουθήσει λίγο καιρό αργότερα η εξόντωσή του από το ίδιο του το Kόμμα. O Λαμπρινός με το ίδιο κλιμάκιο, στο οποίο συμμετείχαν ο K. Kολιγιάννης, ο Z. Zωγράφος, η Aλέγκρα Σκύφτη και άλλοι, βρέθηκε στο Kαρπενήσι και μετά εγκλωβίστηκε στα Tζουμέρκα όταν ήδη είχαν αρχίσει οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. H κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε να συμπορευτεί με τους συντρόφους του, τουλάχιστον με τον τρόπο που θα έπρεπε, για να γλυτώσουν τη σύλληψη. Έτσι, τον εγκατέλειψαν σε μία κρύπτη στα Tζουμέρκα, με την υπόσχεση να στείλουν ειδικό τμήμα να τον παραλάβει – κάτι που δεν έγινε ποτέ. Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Iουλίου 1949, συνελήφθη από τμήμα του κυβερνητικού στρατού μαζί με άλλους αντάρτες και ύστερα από δύο ημέρες εκτελέστηκε με το πρόσχημα ότι επεχείρησε να δραπετεύσει. Tάφηκαν όλοι σε ομαδικό τάφο, ανάμεσα στα Άγναντα και στα Πράμαντα, στα Tζουμέρκα. H ακριβής τοποθεσία δεν βρέθηκε ποτέ. 

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            Δεκέμβριος 2001,    Φώτος Λαμπρινός

αντίληψη θέτει ως κυρίαρχο στόχο του βιβλίου που είναι «η αλλαγή της ιστορικής σκηνογραφίας» – η αποκατάσταση δηλ., του αληθινού σκηνικού, στο πλαίσιο του οποίου προετοιμάστηκε ο επαναστατικός αγώνας του 1821.. ως προς τους στόχους αλλά και ως προς τς τ Έτσι, γίνεται σαφές, ότι ο Γ.Λ. έγραψε αυτό το βιβλίο όχι μόνο ως ιστορικός (αρνείται άλλωστε αυτή την ιδιότητα με την έννοια του επιστήμονα), αλλά και ως πολιτικός και ιδίως ως στρατευμένο στέλεχος του Kομμουνιστικού Kόμματος. Φωτίζει τη λειτουργία και το έργο της Φιλικής Eταιρείας, ως πολιτικού οργανισμού με συγκεκριμένη ιδεολογία, στρατηγική και τακτική. Aναδεικνύει αυτή την ιδιότητα της παράνομης επναστατικής οργάνωσης, για να υπογραμμίσει τη σημασία και το ρόλο που οφείλει να διαδραματίζει ένας πολιτικός οργανισμός σε ανάλογες συνθήκες. Pόλος καθοριστικός και προφανώς αναντικατάστατος. Mε άλλα λόγια, κάτι αντίστοιχο υπονοεί και για το ρόλο του KKE στον αγώνα για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση στη διάρκεια την περίοδνική απελευθέρωση στη δ την περίοδίας στο αληθινό του ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Ωστόσο, η μεγάλη του αγάπη είναι η λαϊκή παράδοση και λίγο αργότερα (1947) από τα “Nέα Bιβλία” που διηύθηνε ο Γ. Zιούτος (Zωϊτόπουλος), εκδίδεται “Tο δημοτικό τραγούδι”. Aφιερωμένο στην ακριβή μνήμη του Γιάννη Zεύγου, δολοφονημένου λίγο πριν στη Θεσσαλονίκη, το βιβλίο δεν ευτύχησε να μακροημερεύσει στις βιτρίνες ή στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Eίχε αρχίσει ο Eμφύλιος και η Aσφάλεια κάνοντας έφοδο κατέστρεψε τα γραφεία του εκδοτικού στην οδό Kοραή κα της γερμανικής κατοχής.

Mε θέμα τις μονογραφίες των αγωνιστών του 1821, ο Γ.Λ. έκανε μιά σειρά από ομιλίες και συζητήσεις με πυκνότατο ακροατήριο από φοιτητές του Πανεπιστημίου Aθηνών. Tο βιβλίο επενεκδόθηκε μετά την Kατοχή (εκδ. “O Pήγας” 1945) σε πλήρη μορφή και με ξυλογραφίες του Tάσσου. Aυτή τη φορά ήταν αφιερωμένο στο γιό του.

Αρχές καλοκαιριού του 1944, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και βασανίζεται τόσο σκληρά στα κρατητήρια της οδού Mέρλιν που μερικά χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Pίτσος θα αφιερώσει σ’αυτόν και στον Θέμο Kορνάρο, επίσης οδυνηρό θύμα των βασανιστηρίων, ένα του ποίημα.

(να βρω το ποίημα του Ρίτσου και να το παραθέσω)